Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Εσωτερικές ειδήσεις

Λειψή η ανατολή Ο καιρός σου παρήλθε και
δεν παρηγορούνται πια τα τριαντάφυλλα
Γυμνά αγκάθια σε ξερόκλαδο κορμί
Το στερημένο των φιλιών σου

Σ’ αφουγκράζομαι
σε κάποιαν έρημο πλεύση
Σ’ αναζητώ
σε χρόνο μη ευδόκιμο
Μοιάζω
ξένη σε κάθε εποχή
–μια παρωδία με χαμόγελα διαρκείας–

Ακραία τα φαινόμενα που μας εμπόδισαν
Ακραία η καιροσκόπος μου επιθυμία
Ακέραια η θλίψη μου την κάθε άνοιξη

Ανατρέχω στα ύστατα ημερολόγια
Ήδη, σημειωμένος ο καιρός της απουσίας
με μαύρη σκοτεινή αναπόληση
Και το χαρτί μουσκεύει από ξένα δάκρυα
που νιώθουν την οδύνη μου δική τους

Τουλάχιστον συννεφιά
Ναι, και βροχή παρακαλώ, αν επιτρέπεται
Βίαιη κι εκκωφαντική, ως κάθαρση
Να με ξεπλύνει απ’ την εκούσια απάθεια
να παρασύρει εκείνο το λυγμό
που έτσι κι αλλιώς δεν άκουσες

Στη θάλασσα, στη θάλασσα
να πνίξουμε τις λέξεις
των ανοχύρωτων ονείρων.

Στέλλα Γεωργιάδου
από τα ποιήματα του 2008, αδημοσίευτο



1 σχόλιο:

Γιώργος Τσιρώνης είπε...

ΠΩς ΑΥΤΌ ΤΟ ΚΑΡΑΒΙ ΑΠΌ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΠΕΡΝΕΙ ΑΠΟ ΚΕΙ ΠΟΥ ΚΑΘΟΜΑΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΟΥ ΜΕ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΞΈΡΩ ΜΟΝΟ ΌΤΙ ΞΥΠΝΩ Σ ΕΝΑ ΠΕΖΟΥΛΙ ΚΑΘΙΣΜΕΝΟΣ ΚΙ ΕΙΝΑΙ ΝΥΧΤΑ ΚΙ ΑΡΓΕΙ ΝΑ ΞΗΜΕΡΩΣΕΙ ΚΙ ΕΓΩ ΘΑ ΓΡΑΦΩ ΘΑ ΓΡΑΦΩ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΡΘΕΙ ΞΗΜΕΡΩΜΑ ΓΙΑ ΝΑ ΡΘΕΙ ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ ΝΑ ΑΥΤΑ ΠΑΘΑΙΝΩ ΟΤΑΝ ΔΙΑΒΑΖΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ ΕΝΑΣ ΚΡΥΦΟΣ ΑΕΡΑΣ ΣΗΚΩΝΕΤΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ ΚΙ ΑΝΑΠΟΔΟΓΥΡΙΖΩ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕ ΚΑΤΑΒΕΖΕΙ ΠΟΛΥ ΒΑΘΕΙΑ ΠΟΛΥ ΒΑΘΕΙΑ ΣΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΜΠΑΡΙΑ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΑ ΟΤΑΝ ΞΥΠΝΩ ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ ΠΩΣ ΕΚΛΑΙΓΑ...